Η «βασίλισσα της τζαζ»
Το 1943 ξεκινά τη συνεργασία της στο «Πάνθεον» με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο, ο οποίος της γράφει τζαζ κομμάτια που σημειώνουν τεράστια επιτυχία. Ο Τύπος της εποχής την αποκαλεί «βασίλισσα της τζαζ». Το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε», που ερμήνευσε αρχικά στο Σινέ Νιουζ και αργότερα το 1944 στην επιθεώρηση Welcome των Σακελλάριου - Ευαγγελίδη στο θέατρο «Κυβέλη», ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Η συνεργασία της με τον Σπάρτακο διήρκεσε αρκετά χρόνια.
Όταν εντυπωσίασε τον Σάχη της Περσίας
Την περίοδο 1946-1951 πραγματοποίησε μεγάλη περιοδεία με τον Σπάρτακο στο εξωτερικό, ξεκινώντας από τη Μέση Ανατολή (Λίβανο, Περσία) και φτάνοντας έως τις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Περσία, τραγούδησε στα ανάκτορα κατόπιν πρόσκλησης του Σάχη Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος, γοητευμένος από τη φωνή της,
της χάρισε ένα πολυτελές μενταγιόν.
Μεταξύ 1951 και 1954 τραγούδησε σε πλήθος δημοφιλών επιθεωρήσεων και συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους της εποχής. Το καλοκαίρι του 1952 εμφανίστηκε στο ιστορικό «Ακροπόλ» του Βασίλη Μπουρνέλη, ενώ το 1953 συγκρότησε δικό της θίασο με τους Αλέκο Λειβαδίτη, Μαρίκα Κρεββατά, Ρένα Ντορ και Γιώργο Γαβριηλίδη, περιοδεύοντας στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη.
Η πρώτη της πρόζα στο θέατρο ήρθε το καλοκαίρι του 1954 στο θέατρο της Σοφίας Βέμπο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα» (σε κείμενα Τραϊφόρου - Γιαννακόπουλου), με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια» δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη. Η ίδια ομολόγησε αργότερα ότι αρχικά ντρεπόταν να υποκριθεί στη σκηνή, καθώς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ακολουθήσει την υποκριτική.
Αν και το 1953 είχε μια πρώτη εμφάνιση στην τουρκική ταινία Ανατολίτικες νύχτες (που δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα), η κινηματογραφική της καριέρα ξεκίνησε ουσιαστικά το 1956 με τις Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες του Γιάννη Πετροπουλάκη, σε παραγωγή του Πίτερ Μέλα. Η ταινία, που εξιστορούσε την άφιξη μιας Κερκυραίας στην Αθήνα, ξεπέρασε τα 100.000 εισιτήρια και ανέδειξε το τραγούδι «Μαζί σου για πάντα».
Οι αντιρρήσεις του Φίνου και η επιμονή του Δαλιανίδη
Επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη το 1962 με την ταινία
Όταν λείπει η γάτα του , ενώ την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε στο Μερικοί το προτιμούν κρύο του . Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του Φίνου, η επιμονή του Δαλιανίδη δικαιώθηκε: η ταινία αναδείχθηκε στην μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της σεζόν 1962-63 (άνω των 200.000 εισιτηρίων) και καθιέρωσε τη Ρένα Βλαχοπούλου ως απόλυτη σταρ του ελληνικού μιούζικαλ. Παράλληλα, ερμήνευσε διαχρονικές επιτυχίες του Μίμη Πλέσσα, όπως το
«Σαν ξημερώνει Κυριακή» και το
«Έχω στενάχωρη καρδιά».
Το «όχι» στον θρυλικό ρόλο της «Πάστα Φλώρα»
Το 1965 της προτάθηκε ο ρόλος της «Πάστα Φλώρα» στην ταινία Μια τρελλή τρελλή οικογένεια του Ντίνου Δημόπουλου. Η ίδια αρνήθηκε, θεωρώντας πως ήταν πολύ νέα για
να υποδυθεί τη μητέρα της Τζένης Καρέζη, με αποτέλεσμα ο ρόλος να περάσει στη
Μαίρη Αρώνη. Σε μεταγενέστερη συνέντευξή της, η Ρένα παραδέχτηκε πως η άρνησή της αυτή ήταν ενδεχομένως λάθος.
Η πρώτη φορά που δοκίμασε τις ικανότητες της στην μικρή οθόνη
Η πρώτη της επαφή με την τηλεόραση έγινε το 1976 στην ΕΡΤ, με τη σειρά Μία Αθηναία στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Η εμπειρία αυτή δεν την ικανοποίησε, γεγονός που την κράτησε μακριά από τη μικρή οθόνη για αρκετά χρόνια. Επέστρεψε τελικά με την ανατολή της ιδιωτικής τηλεόρασης, υπογράφοντας συμβόλαιο με τον ΑΝΤ1, όπου πρωταγωνίστησε στις κωμικές σειρές Μάμα μία (1990-1991) και Μάλιστα κύριε (1991-1992) δίπλα στον Γιάννη Μιχαλόπουλο.
Της άρεσε ο αυτοσχεδιασμός
Βασικό χαρακτηριστικό της υποκριτικής της ήταν ο αυθορμητισμός και ο αυτοσχεδιασμός. Το 1978 συμμετείχε στην ραδιοφωνική μεταφορά του έργου Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή στο Τρίτο Πρόγραμμα, όπου συχνά παρέκκλινε από το κείμενο αυτοσχεδιάζοντας, με το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο να θεωρείται εξαιρετικά επιτυχημένο.
Το ξεμάλλιασμα με την Μερκούρη
Μοναδικό μελανό σημείο στην πορεία της υπήρξε η στάση της κατά την περίοδο της δικτατορίας, καθώς συμμετείχε σε επιθεώρηση που περιλάμβανε σάτιρα σε βάρος της Στο σχετικό νούμερο, η Βλαχοπούλου υποδυόταν μια γυναίκα που επέστρεφε από το Παρίσι και ανέφερε περιπαικτικά ότι είδε «πάνω σε μια φοράδα τη Μελίνα Μερκουράδα». Μετά τη μεταπολίτευση, όταν οι δύο καλλιτέχνιδες συναντήθηκαν, η Μελίνα Μερκούρη αντιτέδρασε έντονα φωνάζοντας:
«Ποιον είπες Μερκουράδα, μωρή χουντιάρα;».
Όταν παρασύρθηκε από τη μόδα της εποχής
Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1985 στην ταινία Ρένα τα ρέστα σου του Αλέκου Σακελλάριου. Παράλληλα, από το 1986 έως το 1990 συμμετείχε σε εννέα βιντεοταινίες, μια επιλογή για την οποία η ίδια δήλωσε αργότερα, το 2002, πως ήταν λάθος που προήλθε από την τάση της εποχής.
Η ερώτηση που θεωρούσε προσβολή
Στα χρόνια της καριέρας της, η Ρένα Βλαχοπούλου
μέτρησε 120 θεατρικές παραστάσεις και 26 κινηματογραφικές ταινίες. Στην προσωπική της ζωή ενοχλούνταν ιδιαίτερα όταν της ζητούσαν απροειδοποίητα να «πει κάτι κωμικό», θεωρώντας ότι έτσι υποτιμάται η ιδιότητα της καλλιτέχνιδας. Χαρακτηριστική έχει μείνει η αυθόρμητη απάντησή της σε ανάλογη ερώτηση:
«Μωρή άει στο διάολο που μου ζητάς πρωινιάτικα να σου πω κάτι κωμικό. Τι κωμικό; Πάω να ψωνίσω!».
Η ίδια εξέφραζε συχνά την απορία της για το γεγονός ότι δεν της προτάθηκαν ποτέ δραματικοί ρόλοι, σημειώνοντας: «Δεν έτυχε να παίξω ποτέ δράμα. Με έβλεπαν όλοι ως κωμική ηθοποιό και απορούσα γιατί. Ποτέ δεν μου εξήγησε κανείς τον λόγο».
Ο θάνατος της τελευταίας κόμισσας της Κέρκυρας
Έφυγε από τη ζωή το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, σε ηλικία 81 ετών, συνεπεία ανακοπής καρδιάς μετά από επιπλοκές επέμβασης στο στομάχι.
Η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, ενώ η κηδεία της πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στις 31 Ιουλίου 2004, με τη συνοδεία της μπάντας της Φιλαρμονικής «Μάντζαρος» από την Κέρκυρα. Στη γενέτειρά της, τα καταστήματα παρέμειναν κλειστά ως ένδειξη πένθους, ενώ το παλιό θέατρο «Μον Ρεπό» μετονομάστηκε προς τιμήν της σε Θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου».
Τον Σεπτέμβριο του 2016, η οικία της στη Δασιά Κέρκυρας πουλήθηκε σε κατασκευαστική εταιρεία, ενώ τον Δεκέμβριο του 2023 πραγματοποιήθηκε η τελευταία της επιθυμία, καθώς τα οστά της μεταφέρθηκαν στον οικογενειακό τάφο στο Α' Νεκροταφείο Κέρκυρας.
Προσωπική ζωή
Παντρεύτηκε τρεις φορές: ο πρώτος της γάμος το 1939 με τον ποδοσφαιριστή Κώστα Βασιλείου διατήρησε δύο χρόνια, ενώ ο δεύτερος, το 1942, με τον Γιάννη Κωστόπουλο έληξε το 1946. Ο σταθμός της προσωπικής της ζωής υπήρξε ο τρίτος της σύζυγος, ο επιχειρηματίας Γιώργος Λαφαζάνης, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1967 και παρέμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της.