Η ιστορία του Λάμπρου Πλίτση είναι μία από τις πλέον χαρακτηριστικές για τα «θολά» γεγονότα της Κύπρου. Παρέμεινε 12 μήνες και 22 ημέρες αιχμάλωτος των Τούρκων, όμως σε καμία περίπτωση, όπως λέει, δεν του αναγνωρίστηκε κάτι τέτοιο από το ελληνικό κράτος. «Πήγα να πάρω πιστοποιητικό τύπου Α και σ’ αυτό γράφει πως 12 μήνες και 22 ημέρες δε λογίζεται στρατιωτική θητεία. Μπορεί να μου απαντήσει κανείς πού ήμουν;»
αναρωτιέται και απαντάει ταυτόχρονα «Αιχμάλωτος ήμουν, αλλά δε φαίνεται πουθενά. Άρα, σημαίνει πως δεν έγινε πόλεμος...».
Τον συναντάμε στη Νέα Σμύρνη. Απέναντι από το πρακτορείο ΟΠΑΠ που διατηρούσε επί σειρά ετών στη Σωκράτους. Στόχος να μας πει την ιστορία του. «Γεννήθηκα το 1953 σε χωριό της Καρδίτσας και ήρθα στη Λάρισα το 1963. Φαντάρος παρουσιάστηκα στην Καλαμάτα το 1974 και πήρα ειδικότητα οδηγός στο Χαϊδάρι. Μένω για 2-3 μήνες και φεύγω Ιανουάριο για 561 στη Θεσσαλονίκη».
Κάπου τότε φτάνει και το χαρτί για ΕΛΔΥΚ. Του δίνουν άδεια έναν μήνα στη Λάρισα και μετά φεύγει στις 13 Ιουλίου για Κύπρο.
«Με το πλοίο «Λέσβος» φτάνουμε στις 18 Ιουλίου και κάνουμε κινήσεις έξω από το νησί. Στις 19 κατεβαίνουμε στην Αμμόχωστο και το πρώτο πράγμα που βλέπουμε είναι η τουρκική σημαία σ’ ένα σημείο. Μας παίρνουν και πάμε στη Λευκωσία. Ίσα που βρήκαμε τα κρεβάτια μας το βράδυ και στις 5.30 το πρωί χτυπάει συναγερμός. Μας λένε αντιαεροπορική άσκηση, αλλά γινόταν πόλεμος». Περιγράφει στιγμές με πολύ αίμα και δυσκολίες. Μια μεγάλη περιπέτεια όλων, όμως η δική του ξεκίνησε αφού ηρέμησαν τα πράγματα.
«Στις 3 Οκτωβρίου 1974 έχασα τον δρόμο μου στο νησί και με έπιασαν οι Τούρκοι αιχμάλωτο. Όλο αυτό το διάστημα άκουγα τις καμπάνες και κατάλαβα πως δε με έβγαλαν από το νησί. Ήμουν σε κελί όλο αυτό το διάστημα χωρίς να βγαίνω αυλή».
Έκανε ιώβεια υπομονή μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο του επόμενου έτους, 1975. Τότε ήταν που του έφεραν φαγητό με πιρούνι μετά από καιρό. «Μου φέρνουν σ’ ένα πιάτο μακαρόνια με πιρούνι. Λίγες ημέρες μετά, στις 22 Αυγούστου, αφού ανοίγω την πόρτα, πειράζοντας τον μεντεσέ, βγαίνω. Από ένα παράθυρο πηδάω σ’ ένα κοτέτσι. Βγαίνω στον δρόμο και με είδαν. Σφυρίζουν και με πιάνουν σ’ ένα σπίτι γκρεμισμένο λίγο πριν περάσω στην ελληνική πλευρά. Με πυροβολούν νεαροί στρατιώτες αρκετές φορές, όμως μια σφαίρα χτύπησε ελαφρά το δάχτυλο και με οδηγούν προς νοσοκομείο, γιατί άγγιξα το πρόσωπό μου με το ματωμένο χέρι και γέμισα με αίματα. Όταν καταλαβαίνουν πως είμαι καλά, με γυρίζουν σε άλλο κελί. Εκεί έχω και βασανιστήρια. Όποιος περνάει με χτυπάει» θυμάται. Μετά από 20 ημέρες περίπου τον κατεβάζουν στο παλιό κελί, έχοντας φτιάξει καλύτερες πόρτες. «Τους λέω πως δε χρειάζεται να προσπαθήσω ξανά να φύγω, γιατί θα με αφήναν με τόση φασαρία που έγινε έξω». Έτσι κι έγινε. «Τις επόμενες ημέρες με φροντίζουν με βιταμίνες και καθαριότητα. Στις 26 Οκτωβρίου 1975 είμαι ελεύθερος και με παραδίδουν στους Έλληνες. Δεν απολύθηκα, καθώς συνέχισα τη θητεία μου για άλλους δύο μήνες. Γυρίζω στην Ελλάδα με την επόμενη σειρά και περνάω και στρατοδικείο στην Αθήνα, καθώς όλο αυτό το διάστημα ερχόταν στο σπίτι μου, καθώς νόμιζαν πως η οικογένειά μου στη Λάρισα με είχε κρυμμένο. Απολύθηκα τον Ιανουάριο του 1977». Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναπάει στην Κύπρο. Αντίθετα, θυμάται δύο προσπάθειες Τουρκοκυπρίων να επικοινωνήσουν μαζί του".
- Ο Κώστας Γκιάστας είναι δημοσιογράφος, εργάζεται στην "Ελευθερία" και στην "Θεσσαλία TV" και είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στ. Ελλάδας και Εύβοιας